πεφιδήσομαι

πεφιδήσομαι
πεφιδέσθαι, πεφιδήσομαι: see φείδομαι.

A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”